Η νυχτερινή ανακοίνωση της επίθεσης στο Ιράν
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ
Τραμπ ανακοίνωσε γύρω στις 2.30 τα ξημερώματα, ώρα ΗΠΑ, την έναρξη μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν σε συντονισμό με το Ισραήλ. Εμφανίστηκε σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με κασκέτο και ανεπίσημη ενδυμασία, ενημερώνοντας τους πολίτες ότι οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει «μείζονες επιχειρήσεις μάχης» εναντίον ιρανικών στόχων.Στην οκτάλεπτη ομιλία του χαρακτήρισε το ιρανικό καθεστώς «μια μοχθηρή ομάδα πολύ σκληρών, τρομερών ανθρώπων» και υποστήριξε ότι οι δραστηριότητές του «θέτουν άμεσα σε κίνδυνο» τις ΗΠΑ, τις βάσεις τους και τους συμμάχους τους. Ο Τραμπ μίλησε για απειλή από το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, παρότι προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι το είχε «εξαλείψει», και επικαλέστηκε παλαιότερες επιθέσεις και περιστατικά όπως η ομηρία στην αμερικανική πρεσβεία, επιθέσεις σε αμερικανικές δυνάμεις και η δράση οργανώσεων-εντολοδόχων όπως η Χαμάς.
«Επική Οργή» και προαναγγελία μακράς σύγκρουσης
Στρατιωτικά, η επιχείρηση των ΗΠΑ φέρεται να έχει την κωδική ονομασία «Operation Epic Fury» («Επική Οργή»), με στόχο, όπως είπε ο Τραμπ, την αποτροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας από το να απειλεί «την Αμερική και τα βασικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας». Ο πρόεδρος προανήγγειλε μακράς διάρκειας επιχειρήσεις, με πλήγματα σε ναυτικές, πυραυλικές και άλλες στρατιωτικές υποδομές του Ιράν, κάνοντας λόγο για «μαζική και συνεχιζόμενη επιχείρηση» με σοβαρό ενδεχόμενο απωλειών.
Παραδέχθηκε ότι «ζωές θαρραλέων Αμερικανών ηρώων μπορεί να χαθούν», χαρακτηρίζοντας ωστόσο τον πόλεμο «ευγενή αποστολή» για την ασφάλεια των μελλοντικών γενεών. Την ίδια στιγμή κάλεσε τον ιρανικό λαό να παραμείνει στα σπίτια του επειδή «βόμβες θα πέφτουν παντού» και, όταν ολοκληρωθούν οι επιχειρήσεις, «να αναλάβει την κυβέρνησή του», περιγράφοντας ουσιαστικά ένα σενάριο αλλαγής καθεστώτος.
Ανατροπή μισού αιώνα εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ
Στην ανάλυσή του, ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Σμιθ του Guardian επισημαίνει ότι ο Τραμπ «μέσα σε οκτώ λεπτά» ανέτρεψε μισό αιώνα αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, υιοθετώντας ανοιχτά στόχο αλλαγής καθεστώτος σε μια μεγάλη χώρα της Μέσης Ανατολής. Με αυτόν τον τρόπο, ο πρόεδρος αθετεί την κεντρική προεκλογική του υπόσχεση να κρατήσει τις ΗΠΑ μακριά από «αέναους πολέμους» και νέες χερσαίες εμπλοκές.
Η επιλογή του να προχωρήσει σε κλιμάκωση χωρίς προηγούμενη δημόσια και κοινοβουλευτική συζήτηση, αξιοποιώντας εκτελεστικές εξουσίες, θυμίζει σε πολλούς τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της αμερικανικής ιστορίας, όπως την παράκαμψη του Κογκρέσου στον πόλεμο του Βιετνάμ ή τις αποφάσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αναλυτές σημειώνουν ότι, ενώ ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ προσπάθησε να οικοδομήσει –έστω και με ψευδή στοιχεία– ένα αφήγημα για τον πόλεμο στο Ιράκ, ο Τραμπ προχωρά σε μεγάλης κλίμακας σύγκρουση με σαφώς πιο περιορισμένη τεκμηρίωση προς την κοινή γνώμη.
Συγκρίσεις με τον πόλεμο στο Ιράκ
Το Council on Foreign Relations έχει χαρακτηρίσει την εισβολή του 2003 στο Ιράκ ως «τη χειρότερη απόφαση εξωτερικής πολιτικής στην ιστορία των ΗΠΑ», εξαιτίας του τεράστιου ανθρώπινου κόστους και της αποσταθεροποίησης ολόκληρης της περιοχής. Ο πόλεμος αυτός στοίχισε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές και τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ βασίστηκε σε ανυπόστατους ισχυρισμούς για όπλα μαζικής καταστροφής και διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα.
Σήμερα, μέρος της αμερικανικής και διεθνούς κοινής γνώμης φοβάται ότι η επιχείρηση στο Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε ένα λάθος «στοίχημα» ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας, καθώς πρόκειται για χώρα με σημαντικό πληθυσμό, περιφερειακή επιρροή και δίκτυο ένοπλων συμμάχων. Αναλυτές υπενθυμίζουν ότι η αλλαγή καθεστώτος είναι μόνο το πρώτο, σχετικά «εύκολο» στάδιο, ενώ το τι θα ακολουθήσει σε όρους ασφάλειας, ανθρωπιστικών κρίσεων και γεωπολιτικής ισορροπίας μπορεί να αποδειχθεί «κόλαση», όπως έδειξε το παράδειγμα του Ιράκ.
Εσωτερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ και διεθνής ανησυχία
Παρά το σκληρό του ύφος, ο Τραμπ παρακάμπτει –τουλάχιστον στη φάση αυτή– τη διαδικασία έγκρισης από το Κογκρέσο, γεγονός που εγείρει σοβαρά συνταγματικά και πολιτικά ερωτήματα. Δημοσκοπήσεις και δημόσιες παρεμβάσεις δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των Αμερικανών πολιτών αντιτίθεται στη μαζική επίθεση στο Ιράν, φοβούμενο έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο με αβέβαιο τέλος.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρούμπεν Γκαγέγο, βετεράνος του πολέμου στο Ιράκ, κατηγόρησε τον πρόεδρο ότι, ενώ ο ίδιος απέφυγε τη στρατιωτική θητεία, είναι «πρόθυμος να θυσιάσει παιδιά της εργατικής τάξης», δίνοντας μια έντονα ταξική διάσταση στην αντιπολεμική κριτική. Παράλληλα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνείς αναλυτές προειδοποιούν για τον κίνδυνο μαζικών θυμάτων, νέων προσφυγικών ροών και γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, σε μια περιοχή που ήδη παραμένει εξαιρετικά εύφλεκτη.
Ο «απερίσκεπτος τζογαδόρος» στο τιμόνι των ΗΠΑ
Ο Σμιθ παρομοιάζει τον Τραμπ με «απερίσκεπτο τζογαδόρο» που μεταφέρει τη λογική των καζίνο και των ριψοκίνδυνων επιχειρηματικών εγχειρημάτων στην εξωτερική πολιτική, ανακαλώντας κινήσεις όπως η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ ή η στοχευμένη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί. Κατά τους επικριτές του, κάθε προηγούμενη κίνηση που δεν οδήγησε σε «Αρμαγεδδώνα» ενίσχυσε την πεποίθησή του ότι μπορεί να ποντάρει ξανά, αυτή τη φορά όμως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα με το Ιράν.
Η επιχείρηση «Επική Οργή» δείχνει να εγκαινιάζει μια νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση στις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, με ανοιχτό το ενδεχόμενο περιφερειακής σύρραξης και αλυσιδωτών αντιδράσεων. Την ώρα που ο Λευκός Οίκος μιλά για «απελευθέρωση» του ιρανικού λαού, μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας παρακολουθεί με ανησυχία, φοβούμενο ότι ένα ακόμη λάθος στοίχημα μπορεί να έχει ανυπολόγιστο ανθρώπινο και γεωπολιτικό κόστος.