BRICS: Το νέο γεωπολιτικό όραμα του Παγκόσμιου Νότου μετά το Ρίο

 


Σύνοδος–ορόσημο στο Ρίο: Οι BRICS ως πόλος πολυπολικότητας

Τον Ιούλιο του 2025, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, οι ηγέτες των

διευρυμένων BRICS ολοκλήρωσαν μια σύνοδο που πολλοί χαρακτηρίζουν ορόσημο για τον Παγκόσμιο Νότο. Ένα πλέον διευρυμένο σχήμα, που αντιπροσωπεύει σχεδόν το μισό παγκόσμιο πληθυσμό και πάνω από το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ, παρουσίασε ένα συνεκτικό όραμα για την επόμενη δεκαετία με έντονα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Στο φόντο μιας Δύσης –και ειδικά της Ουάσιγκτον– που αντιμετωπίζει πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου ως «swing states» με δασμούς και απειλές κυρώσεων, η συμμαχία Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας, Νότιας Αφρικής και νέων μελών επιχειρεί να οικοδομήσει ένα υπόδειγμα πραγματικής πολυπολικότητας.


Πρώτος πυλώνας: Πράσινη μετάβαση με όρους του Παγκόσμιου Νότου

Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτέλεσε η πράσινη μετάβαση, όχι ως τεχνικό αλλά ως βαθιά πολιτικό ζήτημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί τον μηχανισμό συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) ως εργαλείο κλιματικής προστασίας, όμως οι BRICS τον βλέπουν ως «πράσινο protectionism» και «αποικιοκρατία του άνθρακα», καθώς επιβάλλει φόρους στις εκπομπές των αναπτυσσόμενων οικονομιών, ενώ οι ανεπτυγμένες χώρες εκβιομηχανίστηκαν επί δύο αιώνες χωρίς ανάλογους περιορισμούς. Η απάντηση του μπλοκ δεν είναι άρνηση της πράσινης μετάβασης, αλλά διεκδίκηση μιας δίκαιης εκδοχής της, με επίκληση της αρχής των «κοινών αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών» της Συμφωνίας του Παρισιού. Στη σύνοδο υιοθετήθηκαν αρχές για «δίκαιη, συμπεριληπτική και διαφανή» λογιστική άνθρακα, με κοινή μεθοδολογία μέτρησης εκπομπών και διευκολύνσεις πρόσβασης του Νότου σε πράσινη χρηματοδότηση.

Τεχνολογία, χρηματοδότηση και εσωτερικές αντιφάσεις

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μεταφορά τεχνολογίας μέσω εθελοντικών συμφωνιών αδειοδότησης και συμπράξεων δημόσιου–ιδιωτικού τομέα, ώστε η αποανθρακοποίηση να μη σημαίνει «απανθρακοποίηση» της αναπτυξιακής προοπτικής. Την ίδια στιγμή, όμως, στο εσωτερικό των BRICS υπάρχει εμφανής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα «κράτη άνθρακα», που παραμένουν εξαρτημένα από ορυκτά καύσιμα, και στα «κράτη ηλεκτρισμού» που επενδύουν επιθετικά σε καθαρές τεχνολογίες. Η πρόκληση είναι η διαμόρφωση ενός κοινού πλαισίου που να επιτρέπει στα πρώτα να μεταβαίνουν σταδιακά, χωρίς να υπονομεύονται οι φιλοδοξίες των δεύτερων για βιομηχανική υπεροχή στην καθαρή ενέργεια.


Δεύτερος πυλώνας: Ψηφιακή κυριαρχία και «ψηφιακός δρόμος του μεταξιού»

Οι BRICS περιγράφουν το σημερινό διαδίκτυο ως χώρο όπου τρεις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας δαπάνης για υπολογιστικό νέφος, γεγονός που για χώρες που φιλοξενούν το 40% του πληθυσμού του πλανήτη συνιστά δομική εξάρτηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας αποκτά πέντε διαστάσεις: έλεγχο των αλυσίδων παραγωγής, διαχείριση τηλεπικοινωνιακών υποδομών, ρύθμιση ψηφιακών πλατφορμών, έλεγχο περιεχομένου και διακυβέρνηση ροών δεδομένων. Η πρόταση για έναν «ψηφιακό δρόμο του μεταξιού» των BRICS στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία μιας εναλλακτικής αρχιτεκτονικής, όπου η κινεζική τεχνογνωσία στο hardware, η ινδική κλίμακα στο software, η ρωσική τεχνογνωσία στην κυβερνοασφάλεια και η βραζιλιάνικη καινοτομία στην τεχνολογία θα συνδυαστούν σε ένα κοινό οικοσύστημα.

Δεδομένα εντός μπλοκ και κυριαρχία επί των πληροφοριών

Στο όραμα αυτό, ένα υπολογιστικό νέφος «των BRICS» θα επιτρέπει, για παράδειγμα, δεδομένα από ένα νοσοκομείο στο Γιοχάνεσμπουργκ, που συνεργάζεται μέσω τηλεϊατρικής με ειδικούς, να παραμένουν εντός των ορίων του μπλοκ, μακριά από δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και εταιρικούς κολοσσούς. Πρόκειται για μάχη όχι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική, καθώς η κυριαρχία επί των δεδομένων αντιμετωπίζεται ως η νέα μορφή εθνικής κυριαρχίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και τα πακέτα κυρώσεων σε ρωσικές και κινεζικές εταιρείες έπεισαν πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου ότι η προστασία κρίσιμων ψηφιακών υποδομών και δεδομένων είναι στρατηγική προτεραιότητα.


Τρίτος πυλώνας: Τροφή, ενέργεια και ασφάλεια εφοδιασμού

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε την επισιτιστική και ενεργειακή ασφάλεια ως ζωτικό ζήτημα για τον Παγκόσμιο Νότο. Στη σύνοδο του Ρίο συζητήθηκε η δημιουργία ενός «χρηματιστηρίου σιτηρών των BRICS», με στόχο τη σταθεροποίηση τιμών και τη διασφάλιση εφοδιασμού μέσω συντονισμένων περιφερειακών αποθεμάτων. Επιστημονικές μελέτες –που επικαλέστηκαν οι σύνεδροι– δείχνουν ότι η συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, η οποία θεωρητικά ενισχύει την ανάπτυξη, εμφανίζει σε χώρες όπως η Ινδία αρνητική συσχέτιση με την επισιτιστική ασφάλεια, αποκαλύπτοντας τρωτότητες που το εμπόριο δημιουργεί αντί να θεραπεύει. Έτσι, η συζήτηση για εμπορική ολοκλήρωση συνοδεύεται από την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής βασικών αγαθών.

Ενέργεια χωρίς δολάριο και «νότος για τον νότο»

Στον ενεργειακό τομέα, η στρατηγική των BRICS είναι διττή: αφενός η απεξάρτηση από το δολάριο στις συναλλαγές, όπως ήδη πράττει η Ινδία αγοράζοντας ρωσικό πετρέλαιο σε εθνικά νομίσματα, και αφετέρου η σταδιακή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με χρηματοδότηση «από τον Νότο για τον Νότο». Η έκδοση λεγόμενων «πράσινων ομολόγων» σε τοπικά νομίσματα, που κατευθύνονται σε έργα ενεργειακής αποδοτικότητας σε ευάλωτες κοινότητες, αποτελεί παράδειγμα πολιτικής που συνδυάζει κοινωνική συνοχή και στρατηγική αυτονομία. Για τις χώρες των BRICS, η τροφή και η ενέργεια δεν πρέπει να αποτελούν όπλα στα χέρια λίγων, αλλά πεδίο συνεργασίας και κοινής ασφάλειας.


Τέταρτος πυλώνας: Πρόκληση στη μεταπολεμική τάξη του Bretton Woods

Στο επίκεντρο της γεωοικονομικής συζήτησης βρίσκεται η αμφισβήτηση του συστήματος Bretton Woods. Παρότι γεννήθηκε το 1944 για μια μεταπολεμική πραγματικότητα που δεν υπάρχει πλέον, η αρχιτεκτονική του –με το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα υπό δυτικό έλεγχο και τις ΗΠΑ να διατηρούν δικαίωμα βέτο– παραμένει. Η εναλλακτική των BRICS έχει σήμερα δύο βασικά σκέλη: τη Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα (NDB), υπό την προεδρία της Ντίλμα Ρούσεφ, που χρηματοδοτεί υποδομές με έμφαση στην πράσινη ανάπτυξη, και το μηχανισμό αποθεματικών έκτακτης ανάγκης (CRA), ένα ταμείο αμοιβαίας νομισματικής στήριξης. Ωστόσο, η πρόοδος είναι περιορισμένη, καθώς ο δανεισμός πάνω από το 30% της δικαιούμενης ποσότητας προϋποθέτει προσφυγή και σε πρόγραμμα του ΔΝΤ, ενώ η NDB δανείζει κατά κύριο λόγο σε δολάρια και έχει παγώσει τη χρηματοδότηση προς τη Ρωσία από το 2022.

Το δίλημμα του κοινού νομίσματος και η «μεταδολαριακή τάξη»

Η αντίφαση είναι εμφανής: πώς μπορείς να οικοδομήσεις μια μεταδολαριακή τάξη όταν οι ίδιοι σου οι θεσμοί λειτουργούν με δολαριακή λογική; Σε αυτό το πλαίσιο, κερδίζει έδαφος η πιο ριζοσπαστική ιδέα ενός κοινού νομίσματος διακανονισμών, εμπνευσμένου από παλιότερες προτάσεις τύπου «Bancor». Ένα τέτοιο νόμισμα δεν θα υποκαθιστούσε τα εθνικά νομίσματα, αλλά θα λειτουργούσε ως ουδέτερη μονάδα για το εμπόριο, μειώνοντας την έκθεση σε κυρώσεις και στη νομισματική πολιτική μιας μόνο χώρας. Μια ιδέα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε ουτοπική, συζητείται πλέον σοβαρά σε think tanks και κυβερνητικούς κύκλους του μπλοκ, αν και η υλοποίησή της προσκρούει σε εθνικά συμφέροντα και τεχνικές δυσκολίες.


Εσωτερικές αντιθέσεις, αμερικανική πίεση και το ανοιχτό ερώτημα της μετάβασης

Παρά τη φιλόδοξη ατζέντα, οι BRICS δεν αποτελούν ενιαίο αντιδυτικό μπλοκ. Εσωτερικές αντιθέσεις, όπως η στρατηγική αντιπαλότητα Ινδίας–Κίνας, αλλά και η ενεργειακή και τεχνολογική ασυμμετρία μεταξύ των μελών, παραμένουν βαθιές. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές της Ουάσινγκτον –με δασμούς 30% και 50% σε προϊόντα χωρών όπως η Νότια Αφρική και η Ινδία και με διπλωματικές κρίσεις, όπως η απέλαση πρεσβευτών με βαριές κατηγορίες– σπρώχνουν ορισμένες από αυτές τις χώρες πιο κοντά στην Κίνα και τη Ρωσία. Το σύστημα του Bretton Woods άντεξε περίπου 80 χρόνια, αλλά η πολυπολική πραγματικότητα του 2026 απαιτεί νέους θεσμούς και νέες ισορροπίες. Οι BRICS, με όλες τις αντιφάσεις τους, εμφανίζονται ως η μοναδική συστημική εναλλακτική που επιχειρεί να εκφράσει συλλογικά την «φωνή» του Παγκόσμιου Νότου. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Δύση θα χάσει την ηγεμονία της, αλλά αν θα μπορέσει να διαχειριστεί μια ομαλή μετάβαση σε έναν κόσμο όπου αυτή η φωνή θα ακούγεται ισότιμα – ένα ερώτημα που, προς το παρόν, παραμένει ανοιχτό.