Αποτυγχάνει η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν – Υπερηχητικός πύραυλος σε προετοιμασία και αιτήματα για δίκη Τραμπ

 


Κλιμάκωση πολέμου: Περιορισμένα αποτελέσματα για τις ΗΠΑ

Η έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 παρουσιάστηκε από την

Ουάσινγκτον ως αποφασιστικό πλήγμα κατά των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Στην πράξη, παρά τις εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές σε βάσεις, ραντάρ και εγκαταστάσεις όπως η Νατάνζ και το συγκρότημα Πάρτσιν, το ιρανικό κράτος, η διοίκηση και ένα σημαντικό μέρος του πυραυλικού οπλοστασίου παραμένουν λειτουργικά, με την Τεχεράνη να συνεχίζει τις απαντητικές επιθέσεις σε στόχους ΗΠΑ και συμμάχων στην περιοχή.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) αναγκάστηκε να αναθεωρήσει τις αρχικές ανακοινώσεις περί «μηδενικών απωλειών», επιβεβαιώνοντας ότι τρεις Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν και πέντε τραυματίστηκαν σοβαρά κατά τις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, ιρανικές και συμμαχικές πολιτοφυλακές σε Ιράκ και ευρύτερη Μέση Ανατολή συνεχίζουν πολλαπλές επιθέσεις με drones και πυραύλους σε αμερικανικές βάσεις, δημιουργώντας την εικόνα σύρραξης φθοράς, όπου η «άμεση και καθαρή νίκη» της Ουάσινγκτον παραμένει μακριά.


Υπερηχητικός πύραυλος: Η απάντηση της Τεχεράνης στην αμερικανική ισχύ

Στον πυρήνα της ιρανικής στρατηγικής βρίσκεται η ενίσχυση του πυραυλικού προγράμματος, με ιδιαίτερη έμφαση σε συστήματα που δυσκολεύονται να αναχαιτίσουν οι δυτικές αεράμυνες.
Η Τεχεράνη προβάλλει ιδιαίτερα την οικογένεια πυραύλων «Kheibar» και τα σχετικά υπερηχητικά προγράμματα (όπως τα συστήματα τύπου Fattah), τα οποία, σύμφωνα με ιρανικούς ισχυρισμούς, συνδυάζουν:

  • Εμβέλεια έως περίπου 1.400–2.000 χλμ.

  • Ταχύτητες που φτάνουν υποθετικά το Mach 13–15 σε τμήματα της τροχιάς.

  • Μανευόμενα οχήματα επανεισόδου (MaRV) με δυνατότητα αλλαγής πορείας στο τελικό στάδιο για να δυσκολεύουν την αναχαίτιση.

Αναλυτές σημειώνουν ότι τα συστήματα αυτά, έστω κι αν δεν πρόκειται για «κλασικά» υπερηχητικά gliders, ακολουθούν μια πιο ρεαλιστική –για τις ιρανικές δυνατότητες– αρχιτεκτονική: βαλλιστικοί πύραυλοι με ισχυρά, κεφαλικά τμήματα που μειώνουν τον χρόνο προειδοποίησης και «σπάνε» τη προβλεψιμότητα της τροχιάς.
Στόχος της Τεχεράνης είναι να καταστήσει αβέβαιη την αποτελεσματικότητα συστημάτων όπως τα Patriot, Arrow και Aegis, αυξάνοντας το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος κάθε δυτικής επέμβασης.


Νομική θύελλα στις ΗΠΑ: Αιτήματα για λογοδοσία και δίκη Τραμπ

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινήσει εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν χωρίς σαφή νέα εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων.
Οργανώσεις όπως η American Civil Liberties Union (ACLU) καταγγέλλουν τις επιθέσεις ως «αντισυνταγματικές» και απαιτούν από το Κογκρέσο να μπλοκάρει κάθε επιπλέον χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων, έως ότου υπάρξει ρητή έγκριση ή κήρυξη πολέμου.

Η ACLU καλεί ανοιχτά σε λογοδοσία για τον πρόεδρο και τους ανώτερους αξιωματούχους, κάνοντας λόγο για «κατάχρηση εξουσίας» και παραβίαση τόσο του αμερικανικού Συντάγματος όσο και του διεθνούς δικαίου.
Παράλληλα, νομικοί και πανεπιστημιακοί ειδικοί σε άρθρα και παρεμβάσεις τους προειδοποιούν ότι η πρακτική του «προέδρου που ξεκινά πόλεμο de facto» χωρίς σαφές νομοθετικό πλαίσιο υπονομεύει το καθεστώς των πολεμικών εξουσιών και ανοίγει τον δρόμο για μελλοντικές διώξεις ή προσφυγές σε διεθνή δικαστήρια για ευθύνη σε πιθανά εγκλήματα πολέμου.


Πού οδηγεί η αντιπαράθεση: Στρατιωτική φθορά και παγκόσμιος κίνδυνος

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μια διπλή αποτυχία: στο στρατιωτικό επίπεδο, η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν έχει έως τώρα «γονάτισει» το Ιράν, το οποίο συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους και να βελτιώνει τις υπερηχητικές του δυνατότητες.
Στο πολιτικό–θεσμικό επίπεδο, οι βαθιές ενστάσεις για τη νομιμότητα της απόφασης Τραμπ, οι πιέσεις για περιορισμό των προεδρικών πολεμικών εξουσιών και τα αιτήματα για διερεύνηση ενδεχόμενων ευθυνών αναδεικνύουν κρίση εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του αμερικανικού συστήματος.

Την ίδια ώρα, η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο ευρύτερης ανάφλεξης, με επιπτώσεις:

  • Στην ασφάλεια θαλάσσιων οδών όπως το Στενό του Ορμούζ.

  • Στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

  • Στην παγκόσμια οικονομία, που ήδη δοκιμάζεται από πληθωρισμό και γεωπολιτικές εντάσεις.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για να επιβάλει πολιτικές λύσεις χωρίς κόστος, ιδίως όταν ο αντίπαλος διαθέτει ανθεκτικές δομές, εξελισσόμενη τεχνολογία –όπως οι υπερηχητικοί πύραυλοι– και όταν στο εσωτερικό της υπερδύναμης φουντώνει η απαίτηση για λογοδοσία και σεβασμό στο κράτος δικαίου.