a.readmore { /* CSS properties go here */ }

Το ΣτΕ αποφασίζει για τα κομμένα δώρα και επιδόματα στο Δημόσιο - Δημοσιονομική «βόμβα»

Ο λογαριασμός για τον κρατικό προϋπολογισμό μπορεί να εκτιναχθεί στα 3,8 με 4,8 δισ. ευρώ!
Οι περικοπές των δώρων και του θερινού επιδόματος αδείας των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, κ.ά, τίθενται σήμερα στο «μικροσκόπιο» της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).

Το θέμα έφτασε προς συζήτηση στην Ολομέλεια, κατόπιν παραπομπής από το ΣΤ΄ Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με απόφασή του το ΣΤ' Τμήμα του ΣτΕ είχε κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές που έγιναν με τον νόμο 4093/2012, αλλά την τελική απόφαση επί του θέματος θα λάβει η Ολομέλεια.

Σημειώνεται πως η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ θα αφορά είτε την εφάπαξ καταβολή είτε τη σταδιακή εξόφληση, ενώ εκτιμάται ότι αφορά 450.000 δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι μπορούν να διεκδικήσουν αναδρομικά τον 13ο και τον 14ο μισθό που κόπηκαν από το 2013 και μετά.

Πιο αναλυτικά, τα ποσά που θα κληθεί να καταβάλει το κράτος, ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο θα αναφέρεται η απόφαση του ΣτΕ, θα είναι τεράστια:

Όσον αφορά τους συνταξιούχους:

Αν η απόφαση ορίζει αναδρομική καταβολή από το 2013 (έτος εφαρμογής περικοπής του 13ου και 14ου μισθού) έως το τέλος του 2018, το κόστος θα ανέρχεται σε 24 δισ. ευρώ.

Αν η απόφαση αφορά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2015 (απόφαση του ΣτΕ για την αντισυνταγματικότητα του νόμου 2012 που κατήργησε τα δώρα) έως το τέλος του 2018, το κόστος θα φτάνει τα 9-12 δισ. ευρώ.

Αν αφορά το διάστημα από τον Ιούνιο του 2015 έως τον Μάιο του 2016 (νόμος Κατρούγκαλου) το κόστος θα είναι 4,5 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά τα δώρα και επιδόματα δημοσίων υπαλλήλων (1.000 ευρώ), το ετήσιο κόστος θα κυμαίνεται από 640 έως 800 εκατ. ευρώ, ενώ η δημοσιονομική επιβάρυνση θα κυμαίνεται από 1,9 έως 4,4 δισ. ευρώ αν η απόφαση του ΣτΕ προβλέπει αναδρομική καταβολή για διάστημα από το 2015 έως το 2018 και από 3,8 έως 4,8 δισ. ευρώ, αν το χρονικό διάστημα είναι από το 2013 έως το 2018.

Αξίζει να σημειωθεί πως η απόφαση δεν αφορά μόνο την αναδρομική καταβολή, αλλά θα ορίζει και το τι θα γίνεται από εδώ και πέρα.

Υπενθυμίζεται ότι τον Δεκέμβριο το ΣΤ΄ Τμήμα στην πολυσέλιδη απόφαση που εξέδωσε ανέφερε πως η πλήρη κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας, βάσει του δεύτερου μνημονίου είναι αντίθετες στα άρθρα 25 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτά αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.

Στοιχειοθετώντας την απόφασή τους οι δικαστές μέλη του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ σημείωναν πως η Πολιτεία όφειλε πριν προχωρήσει στην πλήρη κατάργηση δώρων και επιδόματος να εξετάσει αν τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε είχαν αποδώσει καρπούς!

Συγκεκριμένα, αναφέρει η απόφαση του ΣτΕ ως προς αυτό το ζήτημα: «Ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκτιμήσει την προσφορότητα του μέτρου ενόψει και της διαπίστωσης, ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα, και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις».

«Έπρεπε να εξετάσουν εναλλακτικές λύσεις»

Επιπλέον, οι δικαστές σημειώνουν πως πριν την επιβολή των επίμαχων περικοπών (που άρχισαν να εφαρμόζονται από 1.1.2013) «ο νομοθέτης όφειλε αποφαινόμενος τεκμηριωμένα για την αναγκαιότητα του μέτρου, να εξετάσει την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό της δημοσιονομικής προσαρμογής».

Επίσης, κατά το ΣτΕ, ο νομοθέτης θα έπρεπε επίσης πριν την κατάργηση δώρων και επιδόματος, να εξετάσει «εάν οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης περικοπής αποδοχών στο βιοτικό επίπεδο των θιγόμενων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, και συνδυαζόμενες με τις κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες, οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων, κάτω του επιπέδου της αξιοπρεπούς διαβίωσης».

Αν και οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί στην απόφασή τους, αναγνωρίζουν το δικαίωμα του νομοθέτη, δηλαδή της Βουλής, να προβαίνει σε μείωση του βασικού μισθού ή των επιδομάτων στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος, εκτιμώντας τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, σημειώνουν πως: Με την επίμαχη διάταξη επιχειρείται νέα, για πολλοστή φορά περικοπή την αποδοχών, της ίδιας ακριβώς ομάδας θιγόμενων, ειδικότερα δε, θεσπίζεται πλέον με αυτήν, όχι περεταίρω μείωση, αλλά κατάργηση των ετήσιων αποδοχών».

Τέλος υπογραμμίζουν στην απόφασή τους πως τα επιδόματα, εορτών και αδείας, «συνδέονται από τη φύση τους με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι οποίες ανάγκες συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους ανεξάρτητα από το μισθό του καθενός».
Share on Google Plus
    Blogger Comment
    Facebook Comment