a.readmore { /* CSS properties go here */ }

Όταν ο Πορτογάλος... Μαραντόνα σταμάτησε τη μπάλα! (ΒΙΝΤΕΟ)

Στις 10 Δεκεμβρίου 1996 ένας μεγάλος άσος εγκατέλειπε το ποδόσφαιρο. Σαν σήμερα πριν από 21 χρόνια έθεσε τέρμα στην επαγγελματική του καριέρα ο Πάουλο Φούτρε (Paulo Jorge dos Santos Futre),ο οποίος απέδωσε την απόφασή
του στον τραυματισμό που είχε στο γόνατο. Ο Πορτογάλος σταμάτησε τη μπάλα σε ηλικία 30 ετών.




Η σύγκριση με τον Μαραντόνα


Γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 1966, στο Μοντίγιο, στη χερσόνησο του Σετούμπαλ, κοντά στη Λισαβόνα, υπήξε αριστερός ακραίος επιθετικός. Σύμφωνα με το blessedfootball.blogspot.gr, μετά το ξεκίνημά του με τη Σπόρτινγκ της Λισαβόνας, μετακόμισε στη Πόρτο, κερδίζοντας το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1987, μια επιτυχία που ακολούθησε μια εκτενής επαγγελματική σταδιοδρομία, αγωνιζόμενος σε συλλόγους στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, με περισσότερο σημαντική τη περίοδό του στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Εμφανίστηκε επίσης για την Μπενφίκα κατά τη διάρκεια 4μηνών το 1993, αλλά τα επόμενα χρόνια η καριέρα σημαδεύτηκε από προβλήματα τραυματισμών. Υπήρξε ένας εξαιρετικά ταλαντούχος και δημιουργικός αριστεροπόδαρος εξτρέμ, που στις αρχές της καριέρας του συγκρίθηκε ακόμα και με τον Ντιέγκο Μαραντόνα.

Διακρίθηκε κυρίως για την εκρηκτική επιτάχυνση του, καθώς και την άριστη τεχνική του κατάρτιση. Διέθετε εξαιρετική ντρίμπλα, ρυθμό, ευκινησία και ταχύτητα. Πορτογάλος διεθνής από την ηλικία των 17 ετών, κέρδισε πάνω από 40 διεθνείς συμμετοχές, εκπροσωπώντας τη πατρίδα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986.

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά την περίοδο 1983/84, στα 17 του χρόνια, με την Σπόρτινγκ Λισαβόνας, στης οποίας τα τμήματα υποδομής είχε ενταχθεί στην ηλικία των 9 ετών. Ζήτησε αύξηση του μισθού του από τον πρόεδρο Ζοάο Ρότσα (João Rocha), με αποτέλεσμα να φύγει για την Πόρτο μετά από μόλις μία σεζόν και με αντάλλαγμα τους βετεράνους Χάιμε Πατσέκο (Jaime Pacheco) και Αντόνιο Σόουζα (António Sousa), ως μέρος της συμφωνίας.

Ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς

Τα επόμενα χρόνια κατέκτησε δύο τίτλους πρωταθλητή, βοηθώντας επίσης τους «δράκους» στην κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1986/87, αναδεικνυόμενος με την απόδοσή του, ως MVP του τελικού εναντίον της Μπάγερν Μονάχου. Ύστερα απ’ αυτήν την ευρωπαϊκή επιτυχία, πέτυχε μεταγραφή στην ισπανική Ατλέτικο Μαδρίτης, κερδίζοντας συμβόλαιο με ετήσιες απολαβές 650.000 €! Γρήγορα εξελίχθηκε σε αγαπημένο της εξέδρας, αλλά ταλαιπωρήθηκε από πολλούς τραυματισμούς στο γόνατο που τον βασάνισαν στην ύστερη καριέρα του, τη δεκαετία του 1990.

Στην πέμπτη σεζόν του, βοήθησε με αμέτρητες ασίστ τον επιθετικό Μανόλο (Manuel Sánchez Delgado, “Manolo”) να σκοράρει 27 γκολ, κερδίζοντας τον τίτλο του Πρώτου Σκόρερ. Ήταν από τους πρωταγωνιστές σε μια νίκη 2-0 επί της Ρεάλ Μαδρίτης για το Κύπελλο. Το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην Ατλέτικο, ήταν ο αρχηγός της ομάδας. Τον Ιανουάριο του 1993, μεταγράφηκε στην Μπενφίκα, με την οποία, μέσα σ’ ένα εξάμηνο, κέρδισε το Κύπελλο Πορτογαλίας, σκοράροντας στον τελικό εναντίον της Μποαβίστα, στον θρίαμβο με 5-2! Στη συνέχεια, υπέγραψε συμβόλαιο ενός έτους με την Μαρσέιγ, όπου συνεργάστηκε με τον συμπατριώτη του Ρούι Μπάρος (Rui Barros).


Στα μισά της περιόδου 1993/94, παρά το γεγονός ότι βολιδοσκοπήθηκε απ’ τη Μίλαν, αγωνίστηκε τελικά στην νεοφώτιστη στη Serie A, Ρετζιάνα. Στο ντεμπούτο του, στις 21 Νοεμβρίου του 1993, σκόραρε ένα αξέχαστο γκολ, ανοίγοντας το σκορ, στη νίκη (2-0) επί της Κρεμονέζε, δίνοντας στους οικοδεσπότες την πρώτη τους νίκη στην ιστορία τους στην πρώτη ιταλική κατηγορία! Ωστόσο, το δεύτερο εξάμηνο, υπέστη έναν σοβαρό τραυματισμό μετά από μαρκάρισμα του Αλεσάντρο Πεντρόνι (Alessandro Pedroni, ο οποίος τον κράτησε εκτός για το υπόλοιπο της σεζόν, καθώς η ομάδα απέφυγε τον υποβιβασμό.

Την επόμενη σεζόν, κατάφερε μόνο 12 συμμετοχές με 4 γκολ, τα οποία δεν ήταν αρκετά για να σώσουν την Ρετζιάνα απ’ τον υποβιβασμό. Την περίοδο 1995/96 αγωνίστηκε με την Μίλαν, αλλά λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων από τραυματισμούς, καθώς και του ανταγωνισμού από άλλους ταλαντούχους παίκτες στη θέση του, χρησιμοποιήθηκε μόνο μία φορά από τον Φάμπιο Καπέλο (Fabio Capello), ως αλλαγή του Ρομπέρτο Μπάτζιο (Roberto Baggio) στον τελευταίο αγώνα της σεζόν εναντίον της Κρεμονέζε στο Σαν Σίρο, το οποίο έληξε 7-1 για τους γηπεδούχους, όταν γιόρτασαν την κατάκτηση πρωταθλήματος.

Αρνήθηκε να αγωνιστεί χωρίς τη φανέλα που ήθελε

Μετά από την Ιταλία, συμφώνησε για ένα χρόνο με την αγγλική Γουέστ Χαμ, όπου αρνήθηκε να παίζει μέχρι να του δοθεί η φανέλα με το № 10! Τέλος, επέστρεψε στην Ατλέτικο Μαδρίτης, παίζοντας 10 παιχνίδια την περίοδο 1997/98, τελειώνοντας την καριέρα του στην Ιαπωνία με την Γιοκοχάμα Φλούγκελς. Είναι στην 98η θέση του περιοδικού «World Soccer» με τους 100 μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1999.

Έπαιξε 41 φορές για την Πορτογαλία σε ένα διάστημα 12 ετών, από το 1983 έως το 1995, σκοράροντας 6 γκολ. Το ντεμπούτο του ήρθε κατά τη Φινλανδίας, για τα προκριματικά του Euro 1984, στις 27 Απριλίου του 1983. Ήταν μόλις 17 χρόνων και 204 ημερών, σπάζοντας το εθνικό ρεκόρ της πορτογαλικής ομάδας. Ήταν μέλος της πορτογαλικής εθνικής ομάδας που αγωνίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μέξικο, παίζοντας 90 λεπτά στην ήττα (1-3) από το Μαρόκο, όταν η Πορτογαλία αποκλείστηκε στους Ομίλους.

Διετέλεσε διευθυντής του ποδοσφαιρικού τμήματος στην Ατλέτικο Μαδρίτης, από το 2000 έως το 2003. Στη συνέχεια έγινε μεσίτης ακινήτων στη γενέτειρά του. Το Μάιο του 2011, διεκδίκησε ανεπιτυχώς την προεδρία της Σπόρτινγκ Λισαβόνας.
Share on Google Plus
    Blogger Comment
    Facebook Comment